Ορειβασία και λογοτεχνία

για την τέχνη και τον ελεύθερο χρόνο γενικά
Απάντηση
Άβαταρ μέλους
nektaman
Δημοσιεύσεις: 799
Εγγραφή: Δευ 06 Δεκ 2010, 23:41
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη

Ορειβασία και λογοτεχνία

Δημοσίευση από nektaman » Κυρ 27 Ιαν 2013, 00:39

ενα ποίημα απο τα Αστερούσια Ορη....

Κινδυνεύομε στους γκρεμνούς σαν ποιητές.
Το βουνό που ανεβαίνει ομαλά από το βορά στα χίλια μέτρα
γκρεμίζεται απότομα στη νότια θάλασσα.

Πολλά χιλιόμετρα δύσκολοι γκρεμοί…..
Τεράστιοι βράχοι πέτρινοι άρχοντες
με τη θάλασσα στα πόδια τους σα σκλάβα.

Στα διαζώματα φυσούν οι αιώνιοι άνεμοι
που μας δυσκολεύουν μπερδεύοντας τα σχοινιά μας
Βρίσκομε τ΄ αρχαία μονοπάτια
στη μέση του χάους
εκεί που μάθαιναν να μη φοβούνται
οι ορεσίβιοι.
Βρίσκομε τα σημάδια γενναίων ανδρών
που διακρίθηκαν
στους δύσκολους αυτούς τόπους, τα καταφύγια των αετών
που δεν λερώνουν τα νύχια τους στο χώμα .
Βρίσκομε τα καταφύγια των λογισμών
που δεν μπορούν να ζήσουν πια
με τους ανθρώπους.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
σταματούμε στις όχθες του χρόνου.
Όσο αντέχει η καρδιά μας.
Δεν μένομε πολύ στις απόκοσμες ακρογιαλιές των αναμνήσεων
που είναι φτιαγμένες
από φως του φεγγαριού και λησμονιά.

Εκεί που ακούγονται
τα κύματα του χρόνου
μέσα στη νύχτα και τη σιωπή.

Αυτός ο ήχος είναι το τραγούδι της νύχτας.
Τα μυστικά λόγια των ανέμων στους έρημους τόπους.
Αυτό είναι το λουλούδι του φεγγαριού που είναι μαζί το αύριο και το χθες.

Αυτό είναι το τραγούδι της νύχτας.

Τα μυστικά λόγια της αφόρητης ομορφιάς.
Φεύγομε. Δεν αντέχει η καρδιά μας.

Βιαζόμαστε.
Ξημερώνει εργάσιμη μέρα.
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...

Άβαταρ μέλους
nektaman
Δημοσιεύσεις: 799
Εγγραφή: Δευ 06 Δεκ 2010, 23:41
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη

Re: Ορειβασία και λογοτεχνία

Δημοσίευση από nektaman » Σάβ 24 Μάιος 2014, 20:18

Εκείνη την νύχτα είδε πως ανέβαινε σ ‘ένα βουνό, με πευκόφυτες πλαγιές. Ο δρόμος ήταν απότομος ανήφορος, όλο πέτρες και πρινάρια. Διάβαινε από ρουμάνια και διάσελα, από κορφές κι από ηχηρές ρεματιές, γεμάτες ύπουλη δροσιά. ¨Ηθελε να πάη στην κορφή του βουνού – έναν κώνο γυμνό ,που ο ήλιος έβαφε ολόχρυσο. Προχωρούσε αργά, δύσκολα, προσπαθώντας, λαχανιάζοντας, αγωνιώντας γιατί έπρεπε οπωσδήποτε, να φτάση στην κορφή. ¨Επρεπε…Μα τα πόδια του δεν βοηθούσαν. ¨Ησαν βαριά, δυσκίνητα, σαν από μαντέμι που το τραβούσε ο μαγνήτης της γής στα μυστικά της σπλάχνα. Κι όμως προχωρούσε, σπρωγμένος από δύναμη αδέκαστη. Διάβηκε δάση με πεύκα βοερά, πλαγιές γυμνές, που ριγούσαν στο πέρασμα του ψυχρού ανέμου, ρεματιές παγωμένες, μισοκρυμμένες μέσα σε λυγαριές, βατομουριές και κρανιές με στιφούς καρπούς.
Καθώς σκαρφάλωνε ανάμεσα σε δύο σκοτεινούς βράχους, είδε πως δεν ήταν μονάχος. Μια γυναίκα περπατούσε πλάι του. Ακούμπησε το μακρυδάχτυλο χέρι της στο μπράτσο του, και δεν μίλησε.
¨Οσο προχωρούσαν, η ολόχρυση κορφή ορθωνόταν όλο και πιο μεγαλόπρεπη μπρός στα θαμπωμένα μάτια τους. Την ατένιζαν με λαχτάρα, κι όλο τους το είναι τους γλιστρούσε, μαζί με την ματιά τους, προς το φωτερό βουνό. ¨Ηταν η στιγμή που η προσπάθεια τους έφτασε στο πιο υπέροχο σημείο της, που η ψυχή τους, νιώθοντας πως η πορεία τους φτάνει στο ποθητό τέρμα, αναγάλιασε βαθιά.



Απόσπασμα από τον «ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ»
του παραμυθά από κούνια Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...

Άβαταρ μέλους
nektaman
Δημοσιεύσεις: 799
Εγγραφή: Δευ 06 Δεκ 2010, 23:41
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη

Re: Ορειβασία και λογοτεχνία

Δημοσίευση από nektaman » Σάβ 28 Ιουν 2014, 14:46

Τα βουνά αόρατα, από το κοντινότερο δάσος των κωνοφόρων φαινόταν σιγά-σιγά κάτι: ορθωνόταν φορτωμένο, χανόταν γρήγορα στην άχλη, που και που ένα πεύκο ξεφορτωνόταν το υπερβολικό βάρος, τίναζε λευκή σκόνη στο σταχτί. Στις δέκα εμφανιζόταν ο ήλιος σαν αχνοφωτισμένος καπνός πάνω από το βουνό του για να φέρει μια αμυδρή, φασματική ζωή, μια χλομή ανταύγεια του αισθητού κόσμου στο εκμηδενισμένο τοπίο. Μα όλα έμεναν διαλυμένα σε ωχρή, φασματική λεπτότητα, δίχως την παραμικρή γραμμή που θα μπορούσε να την ακολουθήσει με βεβαιότητα. Το διάγραμμα των κορυφών χανόταν, βυθιζόταν στην ομίχλη, αφανιζόταν στην καταχνιά. Πελιδνά φωτισμένες επιφάνειες χιονιού που ανέβαιναν η μια πίσω και πάνω από την άλλη, οδηγούσαν το βλέμμα στην ανυπαρξία. Ύστερα ένα φωτισμένο σύννεφο άρχισε να αιωρείται, πολύ ώρα, σαν καπνός, δίχως να αλλάζει σχήμα, μπρος σε ένα βραχότοιχο.
Κατά το μεσημέρι ο ήλιος μισανοίγοντας έδειχνε διάθεση να διαλύσει την ομίχλη στο γαλάζιο. Η προσπάθεια του αποτύγχανε, όμως μπορούσες στιγμιαία να αντιληφθείς μια ιδέα γαλανού ουρανού και το λιγοστό φως αρκούσε για να κάνει το από την περιπέτεια του χιονιού αλλόκοτα παραμορφωμένο τοπίο να σπιθιρίσει διαμαντένιο. Αυτή την ώρα συνήθως σταματούσε να χιονίζει, σαν για να επιτραπεί η εποπτεία πάνω σε ότι είχε επιτελεστεί, αυτό το σκοπό έμοιαζαν να υπηρετούν και οι λιγοστές, σκόρπιες ηλιόλουστες ημέρες, κατά τις οποίες το στροβίλισμα έπαυε και η άμεση φλόγα του ουρανού προσπαθούσε να λιώσει την αγνή επιφάνεια του φρέσκου χιονιού. Η εικόνα του κόσμου ήταν παραμυθένια, παιδιάστικη και αστεία. Τα παχιά, ανάρια σαν φρεσκοχτυπημένα μαξιλάρια στα κλαδιά των δέντρων, οι καμπούρες του εδάφους που έκρυβαν κάτω τους έρποντα κλαριά ή προεξοχές των βράχων, η οκλάζουσα, βυθισμένη, χαριτωμένα μεταλλαγμένη όψη του τοπίου, όλα αυτά έδιναν έναν κόσμο ξωτικών, γελοίο να τον βλέπεις, σαν από βιβλίο παραμυθιών. Αν όμως τα κοντινά πλάνα, εκεί που κινιόταν κανείς με δυσκολία, έμοιαζαν με φανταστικό καλαμπούρι, το μακρινό φόντο με τα πυργωτά μνημεία των χιονισμένων Άλπεων που κοίταζαν πέρα ξυπνούσε εντυπώσεις μεγαλείου και ιερατότητας.


Thomas Mann, ¨ Το Μαγικό Βουνό ¨
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...

koutalianos
Δημοσιεύσεις: 8
Εγγραφή: Κυρ 24 Μαρ 2019, 22:02

Re: Ορειβασία και λογοτεχνία

Δημοσίευση από koutalianos » Τετ 16 Δεκ 2020, 13:30

"Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου - ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ - αἰώνια ἀπάτητα χιόνια ἴσαμε τὶς πιὸ ἄγριες ἱσπανικὲς «σιέρρες» δέ μου ἔκανε ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνθηκα, ποὺ δέχθηκα, κατάστηθα θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ, ὅταν ἀπὸ μία ψηλὴ καμπὴ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου πρὸς τὴ Σπάρτη ἀντίκρισα τὸν Ταΰγετο σ᾿ ὅλο τοῦτο ἐπιβλητικὸ ὕψος. Δὲ φανταζόμουν ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχε βουνὸ μὲ τέτοιο χαρακτῆρα, τέτοιαν ἀτομικότητα. Ἡ εἰκόνα του ἦταν ἄφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σὲ τεράστιες, συμπαγεῖς πλαγιές, παρόμοιες μὲ στηρίγματα τειχῶν, χρώματος μὸβ καὶ μολυβένιου, καὶ «οἱ κορφές του, ποὺ ἔχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στὸ γαλανὸ οὐρανὸ κατακάθαρα καὶ σκληρά. Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἄλλα ψηλὰ βουνά, μικρότερες βουνοσειρὲς νὰ τὸν μισοκρύβουν καὶ νὰ ἐμποδίζουν ν᾿ ἀγκαλιάσει κανεὶς μὲ μιὰ ματιὰ ὁλόκληρο τὸ ὕψος του. Ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Σπάρτης, ὅπου κάνει φιδίσιους ἑλιγμοὺς ὁ Εὐρώτας, καὶ ποὺ ἁπλώνεται σὰ μιὰ θάλασσα πρασινάδας, ὁ Ταΰγετος σηκώνεται ἀνεμπόδιστος, ἴσιος, ὥριμος καὶ δυνατὸς μὲ μία περήφανη ἀνάταση - ἴσαμε τὸ ὕψος τῶν χιονοσκεπασμένων κορυφῶν του. Καθὼς ἐμφανίζεται ἔτσι, δὲ δίνει μόνο μιὰ ἐντύπωση μεγαλείου, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ συγκίνηση.

Δὲν τὸν φαντάζεται κανεὶς ἄψυχο: παγερὴ αἰωνιότητα ὕλης. Καθὼς ὑψώνεται θεόρατος καὶ δυνατός, σκιάζοντας τὴ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σὰ μιὰ ἔμψυχη παρουσία, σὰ νὰ εἶναι ὁ τιτανικὸς φρουρός της - καὶ δίνει πραγματικὰ τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ ἔνοιωσε ὁ Μωρὶς Μπαρρές, ὅταν τὸν εἶδε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγησε τὸ πολεμικὸ θαῦμα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ἀληθινά, ἀφοῦ δεῖ κανεὶς τὸν Ταΰγετο, ἐννοεῖ καλύτερα, ἐννοεῖ ἐντελῶς, πὼς ὑπῆρξε ἡ φυλὴ αὐτὴ περήφανη, ἡ ἐξαίσια ἀνδρική, ἡ λιτή, ἡ αὐστηρὴ καὶ πολεμόχαρη, ποὺ ἔζησε στὴν κοιλάδα αὐτὴ τῆς Σπάρτης χωρὶς νὰ νοιώσει ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ περιτειχίσει Ἀκροπόλεις γιὰ νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς σὲ ὧρες ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντίκριζαν καθημερινὰ τὸν Τιτᾶνα αὐτὸν ποὺ λέγονταν Ταΰγετος, ποὺ ἀνέπνεαν τὸν ἀέρα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς κορυφές του, ποὺ αἰσθάνονταν ὄχι τὸ βάρος του πάνω στὴν πεδιάδα τους, ἀλλὰ τὸ ἀγέρωχο ὕψος του, δὲν ἦταν δυνατό, στὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες τῶν πολέμων καὶ τῶν στενῶν πατρίδων, νὰ μὴ ἀναπτυχθοῦν σὲ χαλύβδινους καὶ περήφανους πολεμιστὲς καὶ νὰ μὴ θέσουν τὴ φυλή τους ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν Ἀθηνῶν ...

Ἄλλοτε, πρὶν δῶ ἀκόμα τὸν Ταΰγετο, θεωροῦσα κι ἐγώ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κατώτερη τὴ φυλὴ αὐτὴ ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς χωρὶς νὰ ἀφήσει στοὺς αἰῶνες τίποτα γιὰ νὰ θυμίζει τὴ διάβασή της: οὔτε ναό, οὔτε ἕνα ἔργο τέχνης. Τώρα αἰσθάνομαι ὅτι oι Σπαρτιᾶτες «ἄφησαν» ὡς μνημεῖο τους τὸν Ταΰγετο γιατὶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν περήφανη παρουσία του, ὕψωσαν σὰν τὴν ψυχή τους ἴσαμε τὴν ψηλότερη κορφή του κι ἔγιναν ἕνα μ᾿ αὐτόν..."


Κώστας Οὐράνης - Ὁ Ταΰγετος (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑλλάδα»)

Απάντηση

Επιστροφή στο “Λογοτεχνία, μουσική, φωτογραφία, video, hobbies”